3

 

webtv του foxradio.eu

ΓΙΑ ΤΗΝ WEBTV 
ΑΠΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΣΤΕ ΠΡΩΤΑ ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΠΕΜΠΕΙ ΠΑΤΕΙΣΤΕ ΕΔΩ RESTART

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

11 ΜΑΙΟΥ 330 : «ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΜΑΣ»

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, μετά τη νίκη του στις 18 Σεπτεμβρίου 324 εναντίον του Λικινίου στη Χρυσούπολη, έγινε μονοκράτορας, κατέχοντας το θρόνο του απέραντου ρωμαϊκού κράτους. Έτσι, αποφάσισε να ιδρύσει μια πόλη που θα φέρει το όνομά του, αλλά δεν ήταν σίγουρος για την επιλογή του τόπου. Αρχικά, σκέφτεται τη Σαρδική, καθώς εκεί διέμενε μετά τη συνθήκη με τον Λικίνιο (312). Στη συνέχεια, τη Θεσσαλονίκη, όπου



είχε προπαρασκευάσει το στόλο του εναντίον του Λικινίου και τη θεώρησε πόλη στρατιωτικής επαγρύπνησης. Αργότερα, του έρχεται στο μυαλό το Ίλιον. Έπειτα, αντικρίζει την πόλη του Βυζαντίου, που βρισκόταν σε μια εξαιρετική θέση, οχυρωμένη από τη φύση της, ανάμεσα σε δύο θάλασσες και δύο ηπείρους και είχε κτιστεί το 658 π.Χ από το βασιλιά των Μεγαρέων, Βύζαντα, από όπου πήρε και το όνομά της. Κατανοώντας, λοιπόν, το οχυρό της θέσεως αποφασίζει να αναγείρει την πόλη του στον τόπο αυτό, καθιστώντας την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. 
   Πρέπει να τονιστεί, βέβαια, ότι πριν την τελική επιλογή του, ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει τη Χαλκηδόνα ως πρωτεύουσα του αχανούς κράτους το.Σύμφωνα με το μύθο που επικρατεί για την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, οι εργασίες είχαν ήδη αρχίσει στη Χαλκηδόνα, όταν αετοί πήραν τα σχοινιά από τα χέρια των εργατών και τα μετέφεραν στην άλλη πλευρά του Βοσπόρου. 'Hταν κάτι σαν ‘‘θεϊκή παρέμβαση’’, ώστε να διορθωθεί η κρίση του αυτοκράτορα. Το Βυζάντιο, λοιπόν, συγκέντρωνε όλα τα πλεονεκτήματα και τα χαρακτηριστικά της Σαρδικής, της Θεσσαλονίκης, του Ιλίου και της Χαλκηδόνας.



https://ellinikoistologio.files.wordpress.com/2010/05/0511_egkainia_konstantinoypolis1.jpg

Άγγελος Κυρίου υποδεικνύει στον Μέγα Κωνσταντίνο τα όρια της νέας πρωτεύουσας, σύμφωνα με τον θρύλο.

Η μεταφορά της έδρας της αυτοκρατορίας

   Η μετάθεση αυτή υπαγορεύτηκε, λοιπόν, κυρίως από λόγους πολιτικούς και στρατιωτικούς, καθώς στα βόρεια και βορειοανατολικά σύνορα του κράτους, δηλαδή στο μέτωπο της Ασίας και του Δούναβη, η πίεση των εξωτερικών εχθρών γινόταν μεγαλύτερη. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν τελικά εκείνος που έδωσε στο κράτος του νέο σταθερό κρατικό κέντρο και μόνιμη αυτοκρατορική έδρα, μεταφέροντας την πρωτεύουσα από τη Ρώμη, στην παλαιά μεγαρική αποικία, το Βυζάντιο. 
   Η καίρια γεωγραφική θέση της Κωνσταντινούπολης ήταν μία, άλλη βασική αιτία που οδήγησε τον Μέγα Κωνσταντίνο προς την επιλογή της: αποτελούσε ένα συγκοινωνιακό κόμβο, καθώς βρισκόταν στο μεταίχμιο δύο ηπείρων και δύο κλειστών θαλασσών, όπου συναντιόνταν οι θαλάσσιοι δρόμοι μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου και οι χερσαίοι μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. 



προστατευμένη στις τρεις πλευρές τις από θάλασσα, αποτελούσε από στρατιωτική άποψη εκλογή πρώτης τάξεως. Εκτός από τη θέση κλειδί της Κωνσταντινούπολης, που θα είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου και γενικότερα της οικονομίας, η περιοχή όπου κτίστηκε είχε γόνιμο έδαφος και κλίμα εύκρατο, πράγμα που θα ευνοούσε και την ανάπτυξη της γεωργίας. Πάνω, λοιπόν, από έντεκα αιώνες η Κωνσταντινούπολη ήταν το κρατικό, στρατιωτικό, οικονομικό, εκκλησιαστικό και πνευματικό κέντρο του βυζαντινού κράτους, καθώς ήταν θαυμάσιος συγκοινωνιακός κόμβος, όντας στη χερσαία οδό που ένωνε την Ευρώπη με την Ασία και στη θαλάσσια αρτηρία που οδηγούσε από το Αιγαίο στον Εύξεινο Πόντο. 
   Τέλος, εκτός από τα πλεονεκτήματα της θέσης, η απόφαση του Μέγα Κωνσταντίνου να εγκαταλείψει τη Ρώμη και να ιδρύσει εκεί τη νέα του πρωτεύουσα, είχε και προσωπικά κίνητρα. Από το 321 και μετά ο Κωνσταντίνος είχε αρχίσει να εγκαταλείπει τη παλαιά θρησκεία και να στρέφεται προς τον Χριστιανισμό. Χρειαζόταν, λοιπόν, μία ‘‘νέα πόλη’’ που δε θα είχε σχέση με την ειδωλολατρία. Έτσι, η Κωνσταντινούπολη έγινε το καύχημα της νέας, χριστιανικής πλέον αυτοκρατορίας. 
   Η απόφαση του Μέγα Κωνσταντίνου να την καταστήσει πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, διέσωσε τις ανατολικές επαρχίες, η έφοδος των βαρβάρων από τον Εύξεινο Πόντο εμποδίστηκε, συντελέστηκε η οικονομική άνθηση της με αποτέλεσμα να συρρέουν σε αυτήν κάτοικοι από όλες τις πλευρές της αυτοκρατορίας. Επομένως, η θέση του τόπου αυτού, άλλα και η πληθώρα των αγαθών επιβεβαιώνει τη σωστή επιλογή του Κωνσταντίνου. 



https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/2/20/0_Constantinus_I_-_Palazzo_dei_Conservatori_(2).JPG/200px-0_Constantinus_I_-_Palazzo_dei_Conservatori_(2).JPG
Κεφάλι κολοσσικού αγάλματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Μουσεία Καπιτωλίου - Αυλή του Παλατιού των Συγκλητικών (Palazzo dei Conservatori) στη Ρώμη

H ίδρυση

   Το πρόγραμμα απαιτούσε πολλά χρήματα, καθώς τα έξοδα της ίδρυσης ήταν ανάλογα με τις ανάγκες μιας πρωτεύουσας. Σύμφωνα με τον Ιουλιανό, ο Κωνσταντίνος χρησιμοποίησε τον θησαυρό που άφησε ο Λικίνιος. Το εμβαδόν της πόλης που σχεδίαζε ο Κωνσταντίνος ξεπερνούσε κατά τρεισήμισι φορές το εμβαδόν του Βυζαντίου. Για την κατασκευή της πόλης χρειάστηκε επιστράτευση πολλών εργατών και αρχιτεκτόνων. Οι εργασίες είχαν αρχίσει το Νοέμβριο του 324 και μόλις μετά από έξι χρόνια εκτελέστηκαν τα εγκαίνια της πρωτεύουσας στις 11 Μαΐου του 330. Η νέα πόλη ήταν τυπικά λατινόφωνη, στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότεροι κάτοικοι της ήταν ελληνόφωνοι. 

Τα τείχη

   Ο πρώτος που περιτείχισε το Βυζάντιο ήταν ο Βύζας. Δεύτερος ο Παυσανίας. Τρίτος ο αυτοκράτορας Σεβήρος, τον 3ο αιώνα μ. Χ., ο οποίος κατεδάφισε τα τείχη μετά την πολιορκία, τα ανακαίνισε και τα οποία περιέκλειαν μια πολύ μικρή έκταση (αυτή του παλιού Βυζαντίου). Τέταρτος ο θεμελιωτής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Μέγας Κωνσταντίνος, μπροστά στην απειλή των επιδρομών, ιδιαίτερα των Γότθων, έκτισε νέα τείχη, που έμειναν γνωστά ως Κωνσταντίνεια τείχη ή τείχη του Κωνσταντίνου και έγιναν τόσο κατά μήκος της ακτής στον Κεράτιο κόλπο και στην ακτή στην Προποντίδα και το Βόσπορο, όσο και στη δυτική πλευρά της πόλης. 


Στην εικόνα διακρίνονται τα τείχη του Κωνσταντίνου (Walls of Constantine) καθώς και τα Θεοδοσιανά (Walls of Theodosius II)

   Πέμπτος ο αυτοκράτορας Αρκάδιος ανοικοδόμησε τα τείχη μετά από σεισμό. Έκτος ο Θεοδόσιος ο νέος ή Θεοδόσιος Β’, που έχτισε το λεγόμενο τριπλό Θεοδοσιακό τείχος (εσωτερικό, εξωτερικό τείχος, τάφρος). Καθ’ όλη τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα, ο πληθυσμός συσσωρευόταν στην Κωνσταντινούπολη και άρχιζε να ξεπερνάει τις διαστάσεις τις πόλεις που σχεδιάστηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και τα σπίτια έφτασαν ως τα τείχη του Κωνσταντίνου, ακόμα και έξω από αυτά, ενώ μέσα στην πόλη υπήρχε πλέον στενότητα χώρου. αυτή, λοιπόν, η ‘‘δημογραφική έκρηξη’’ ήταν 




που ώθησε τον Θεοδόσιο Β’, το 413 να προχωρήσει στην ανέγερση νέας οχύρωσης, που θα ήταν η τελική της πόλης. Τα τείχη αυτά περιέλαβαν τις νέες οικοδομικές περιοχές,διπλασιάζοντας την έκτασή της πόλης. Το εμβαδόν της πόλης αυξήθηκε στα 12 χλμ. 
   Συγκεκριμένα, οι εργασίες άρχισαν το 412 (πέμπτο έτος της βασιλείας του Θεοδοσίου Β’) υπό τη διεύθυνση του Ανθεμίου, κηδεμόνα του Θεοδοσίου Β’, καθώς ο ίδιος ήταν ακόμα ανήλικος και τελείωσαν το 422. Τα τείχη επεκτάθηκαν περίπου 15χλμ δυτικά από εκείνα του Κωνσταντίνου, εκτεινόμενα από την Προποντίδα ως τον Κεράτιο Κόλπο. Άντεξαν δέκα αιώνες και συνέχισαν να προστατεύουν την πόλη μέχρι το 1453, βοηθώντας την να αντισταθεί σε όλες τις επιθέσεις, συχνά με ελάχιστους στρατιώτες. 

Aναπαράσταση του τείχους του Θεοδοσίου

   Αποτελούνταν από ένα εσωτερικό τείχος ύψους έντεκα μέτρων με πύργους σε διάστημα περίπου 70-75 εκατοστά, ένα χαμηλότερο εξωτερικό τείχος επίσης εφοδιασμένο με πύργους και μια τάφρο με νερό. Η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών τειχών ήταν περίπου 17,80 μέτρα και ονομαζόταν περίβολος. Η τάφρος απείχε από το εξωτερικό τείχος περίπου 17,20 μέτρα και η απόσταση αυτή ονομαζόταν προτείχιον. Τα τείχη της, τα λεγόμενα παραπετάσματα και πτερά, είναι στερεώματα (το ένα εσωτερικό και το άλλο εξωτερικό αντίστοιχα). Το μεν εσωτερικό, σώζει στα περισσότερα σημεία οδοντωτές επάλξεις, ενώ το εξωτερικό δεν υπερείχε του εδάφους. Και τα δύο κτίστηκαν για να εμποδίζουν την πτώση των παρακείμενων χωμάτων. Καθ’ όλο το μήκος της, η τάφρος τέμνεται από τείχη, τα οποία ονομάζονται διαταφρίσματα. Τα τείχη είναι κτισμένα από συνδεδεμένες τεκτονικές πλάκες, με ζώνες τούβλων εναλλασόμενες με ζώνες αποκομμένων πετρών, που συμπεριλάμβαναν έναν πυρήνα από ασβεστοκονίαμα. Το μόνο τμήμα από τα τείχη του Θεοδοσίου που δε διασώθηκε, ήταν η περιοχή των Βλαχερνών, όπου η αρχική γραμμή προβλήθηκε από τον Ηράκλειο για να συμπεριλάβει την εκκλησία της Παρθένου και από τον Μανουήλ Α’ για να προστατεύσει το αυτοκρατορικό παλάτι. Στα χερσαία τείχη μπορούσε να εισχωρήσει κανείς από έξι βασικές πύλες,συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Πύλης και από ένα αριθμό δευτερευόντων εισόδων.

Δρόμοι

   Κατά το πολεοδομικό σχεδιασμό μιας πόλης, βασικό χαρακτηριστικό είναι η χάραξη των δρόμων, καθώς αυτοί αποτελούν τα κύρια στοιχεία του πολεοδομικού ιστού. Η κύρια αρτηρία της πόλης ήταν η Μέση Οδός, η οποία ξεκινούσε και συνέδεε το Αυγουσταίον, δηλαδή την Αγορά του Μεγάλου Κωνσταντίνου, περνώντας από διάφορες πλατείες και καταλήγοντας στη Χρυσή Πύλη του τείχους του Θεοδοσίου με τον ένα κλάδο της, ενώ με τον άλλο που διακλαδιζόταν λίγο δυτικότερα από την Αγορά του Θεοδοσίου, έφτανε στους Αγίους Αποστόλους και στη Χαρισία Πύλη (μία οδός ανατολικοδυτικά με στοές και στις δύο πλευρές της, κάτι που προσέφερε στους κατοίκους και προστασία και σκιά). Η Μέση ήταν ο επισημότερος δρόμος της Πόλης. εκτός, όμως, από αυτήν, υπήρχαν και άλλοι δρόμοι, όπως οι δύο μεγάλοι άξονες από βορρά προς νότο, κάθετοι στο μεγάλο άξονα της Μέσης, ήδη από τον τέταρτο αιώνα. Στη διασταύρωση των οδών αυτών σχηματιζόταν το λεγόμενο Τετράπυλο, το οποίο πιο συγκεκριμένα βρισκόταν μεταξύ της αγοράς του Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου. Η μία από αυτές τις οδούς που ξεκινούσε από τον βορρά προς το νότο, πιθανόν συνέδεε τις δύο αγορές της ελληνορωμαϊκής πόλης του Βυζαντίου- το Στρατήγιον από τα λιμάνια του Κερατίου κόλπου και το Τέτραστον στο νότο.



http://image.slidesharecdn.com/random-120205160233-phpapp01/95/-33-638.jpg?cb=1409844658

Δημόσια κτίσματα

1η περίοδος(4ος -7ος αι)

   Όπως αναφέρθηκε, η κύρια λεωφόρος της Κωνσταντινούπολης ήταν η Μέση Οδός, στα διαστήματα της οποίας υπήρχαν πλατείες και αγορές. Δύο από τις σημαντικότερες, λοιπόν, πλατείες, οι οποίες κληρονομήθηκαν από το αρχαίο Βυζάντιο, ήταν το Στρατήγιον, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε από το Θεοδόσιο Α’ και το Τέτραστον, το οποίο μετονομάστηκε σε Αυγουσταίον από τον Ιουστινιανό και αποτελούσε το κέντρο της πόλης του Κωνσταντίνου. Εκεί αντίκριζε κανείς κάποια από τα πιο σπουδαία μνημεία της πόλης: τη Σύγκλητο (βόρεια της αγοράς του Κωνσταντίνου), το Ιερόν Παλάτιον ή ‘‘Μέγα Παλάτιον’’, που κτίστηκε από τον Κωνσταντίνο και ήταν αντάξιο του μεγέθους της πόλης του (καθώς αποτελούνταν από διάφορα κτίρια με ποικίλες χρήσεις) και ένα τεράστιο δημόσιο λουτρό. 
   Αμέσως προς τη Δύση, στεκόταν το χρυσό κύριο σημείο, από όπου μετριούνταν οι αποστάσεις σε όλη την αυτοκρατορία. Από εκεί, η κύρια λεωφόρος οδηγούσε προς τη δύση, ευθυγραμμισμένη με καταστήματα, μέσω μιας σειράς αγορών. η καθεμία από αυτές αποτελούσε το κέντρο μιας περιοχής. Η πρώτη ήταν η αγορά του Κωνσταντίνου, η οποία αποτελούσε τον ‘‘ομφαλό’’ της πόλης, ήταν κυκλική και ονομαζόταν ‘‘Φόρος’’. Στη βόρεια πλευρά της, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η Σύγκλητος. Η επόμενη αγορά προς τα δυτικά ήταν αυτή του Θεοδοσίου Α’, η επονομαζόμενη Φόρουμ Ταύρου ή Θεοδοσίου, η οποία ήταν τετράγωνη. Μετά, ακολουθούσαν το Αμαστριανόν και η Αγορά του Βοός (Φόρουμ Βοός), ενώ στον έβδομο λόφο της πόλης η Αγορά του Αρκαδίου (Φόρουμ Αρκαδίου). Τελικά, μετά από περίπου τέσσερα μίλια, η λεωφόρος έφτανε στα μεγαλοδύναμα τείχη της πόλης και συγκεκριμένα στη Χρυσή Πύλη, μια θριαμβική αψίδα του Θεοδοσίου, συσχετιζόμενη με την ‘‘χρυσή εποχή’’ που έφερε ο αυτοκράτορας.Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμη, δημόσια μνημεία που κατασκευάστηκαν αυτήν την περίοδο και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
   Μερικά από αυτά είναι: το Ρωμαϊκό Αμφιθέατρο (Κυνήγιον), θέατρα, δημόσια λουτρά (τα μεγαλύτερα από τα οποία πρέπει να είναι του Κωνσταντίνου. ξεκίνησαν από το 345 και τελείωσαν το 427), καθώς και ο Ιππόδρομος που κατασκευάστηκε από τον Κωνσταντίνο. εκεί γίνονταν αρματοδρομίες, ενώ παράλληλα ήταν και το κέντρο της πολιτικής ζωής για τον λαό. Την ίδια περίοδο, τέλος, κατασκευάστηκε και το υδραγωγείο του Βάλη, το οποίο παραμένει μέχρι και σήμερα στο κέντρο της πόλης και την εφοδίαζε με νερό, το οποίο αποθηκευόταν είτε σε υπόγειες είτε σε ανοιχτές κινστέρνες.

Το φόρουμ του Κωνσταντίνου. Στο μέσο έστεκε ο Κίονας του Κωνσταντίνου. Στην κορυφή υπήρχε χάλκινο άγαλμα του ιδίου, ο οποίος απεικονιζόταν γυμνος κρατωντας λογχη και εχοντας την μορφή του Θεου-Ηλιου φορώντας ενα στέμμα απο 7 ακτίνες εκ των οποίων η μεσαία ακτίνα ηταν ενα απο τα Καρφια της Σταύρωσης του Χριστου.Στη βάση του Κίονα σε ειδική κρύπτη ο Κωνσταντίνος ειχε τοποθετήσει τους Σταυρους των 2 Ληστων, το τσεκουρι του Νωε και το Παλλάδιο της Τροίας, το οποιο πήρε απο την Ρώμη

2η περίοδος(7ος -12ος αι)

   Η κατασκευή των μνημείων τελείωσε στις αρχές του έβδομου αιώνα. Οι σκοτεινοί αιώνες που ακολούθησαν προκάλεσαν εγκατάλειψη παλαιών αστικών δραστηριοτήτων, τη σταδιακή καταστροφή δημοσίων κτιρίων και μια αλλαγή στη νοοτροπία του πληθυσμού: τα μνημεία που παρέμειναν δεν ήταν, πλέον, κατανοητά για ποιο λόγο υπήρχαν και απέκτησαν μυθικό χαρακτήρα. 
   Η λεγόμενη Μακεδονική αναγέννηση έφερε την επαναχρησιμοποίηση παλιότερων κομματιών γλυπτικής, αλλά δεν επέστρεψε στη μνημειακή παράδοση της αρχαιότητας. Οι δυναστείες των Μακεδόνων και των Κομνηνών, ωστόσο, σηματοδότησαν μια περίοδο αξιόλογης και λαμπρής οικοδομικής δραστηριότητας, κατά την οποία κτίστηκαν: το παλάτι των Βλαχερνών, στο βόρειο άκρο των τειχών, κοντά στη εκκλησία της Παρθένου, το οποίο αναπτύχθηκε τον ενδέκατο και δωδέκατο αιώνα και μετά το 1261 έγινε η κύρια κατοικία των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων. το παλάτι των Μαγγάνων (που κτίστηκε τον ένατο αιώνα) στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και ένα παλάτι στα περίχωρα της πόλης. 

3η περίοδος(13ος -15ος αι)

   Μετά την τέταρτη σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204-1261), η πόλη ερημώθηκε και πολλές καταστροφές προκλήθηκαν, με αποτέλεσμα να μην εντυπωσιάζει πια τόσο τους ξένους. Οι αγώνες στον Ιππόδρομο, που ήταν σημαντικές περιστάσεις όταν ο αυτοκράτορας εμφανιζόταν πριν τους ανθρώπους του, σταμάτησαν μετά το 1204. Την περίοδο αυτή έχουμε μόνο ένα κύμα νέων κατασκευών υπό τον Μιχαήλ Η’ και τον Ανδρόνικο Β’(όπως το παλάτι του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου) .




Η Αγία Σοφία, ο Ιππόδρομος, το Μέγα Παλάτιον, πλατείες και τα διάφορα φόρα.

Οικίες

   Μεγάλο ενδιαφέρον, εκτός από τα δημόσια οικοδομήματα έχουν και τα σπίτια των απλών κατοίκων, καθώς και ο τρόπος δόμησής της. Τα πλουσιότερα σπίτια στην Κωνσταντινούπολη ήταν διώροφα, με τα παράθυρα να ‘‘βλέπουν’’ προς τη περιτειχισμένη τους αυλή και όχι προς το δρόμο. Γύρω από την αυλή υπήρχαν διάφοροι βοηθητικοί χώροι, όπως στάβλοι, αποθήκες, ενώ στο κέντρο της ένα πηγάδι ή στέρνα, από όπου προμηθεύονταν το απαιτούμενο, για τη ζωή του νοικοκυριού, νερό. 
   Από τον πέμπτο, όμως, αιώνα εμφανίζονται στην Κωνσταντινούπολη σπίτια πιο ψηλά, με τους τοίχους χωρίς παράθυρα στα χαμηλότερα τμήματά τους, καθώς αυτή η συνήθεια επικράτησε στους επάνω ορόφους. Πολλά, μάλιστα, σπίτια είχαν παράθυρα που ήταν εφοδιασμένα και με μπαλκόνια. Πολλά από τα πλουσιότερα σπίτια είχαν επικλινείς στέγες με κεραμίδια, που στην κορυφή τους έφεραν το σύμβολο του σταυρού. Τέλος, υπήρχε ένα θερμαινόμενο (με θερμάστρα) δωμάτιο, για τις παγερές μέρες του χειμώνα, καθώς κι ένα σύστημα αποχετεύσεως που κατέληγε στη θάλασσα. Σε αντίθεση με τα ευπορότερα σπίτια, οι φτωχοί διέμεναν σε μικρά σπιτάκια, σκεπασμένα με ψαθί και πέτρινο δάπεδο, δηλαδή κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Από τον πέμπτο αιώνα, άρχισαν να κτίζονται πολυώροφες πολυκατοικίες με πέντε και εννέα πατώματα, που διαιρούνταν σε διαμερίσματα και ενοικιάζονταν κυρίως σε εργατοοικογένειες που ζούσαν φτωχικά, υπό δύσκολες συνθήκες. 
   Δεν πρέπει, βέβαια, να παραληφθεί το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη, ως μεγαλούπολη και κυρίως μετά την επέκτασή της από τον Κωνσταντίνο και τη συσσώρευση του πληθυσμού σε αυτήν, αντιμετώπιζε το πρόβλημα της στενότητας του χώρου. Για αυτό και θεσπίστηκαν διάφοροι νόμοι, οι οποίοι καθόριζαν την απόσταση μεταξύ των σπιτιών και το φάρδος των δρόμων.



Βυζαντινή οικία

Εκκλησίες- μοναστήρια

   Από τα δημόσια οικοδομήματα, δεν μπορούν να παραληφθούν οι ναοί, οι οποίοι και επικύρωσαν με την ανέγερσή τους τον Χριστιανικό χαρακτήρα της Πόλης (ο ιδρυτής της Μέγας Κωνσταντίνος, έχοντας βαπτιστεί ο ίδιος Χριστιανός, ήταν αυτός που έφερε και αυτή τη ‘‘στροφή’’ προς τον Χριστιανισμό). Θα επισημάνουμε, λοιπόν, μερικές από τις πιο σημαντικές εκκλησίες και μοναστήρια που κτίστηκαν στην πρωτεύουσα. 

1η περίοδος(4ος -7ος αι)

   Αυτήν την περίοδο ανεγέρθηκαν: η Αγία Μαρία των Βλαχερνών, η Αγία Μαρία στη Χαλκοπράτεια, ο Άγιος Πολύευκτος, ο Άγιος Ακάκιος, ο Άγιος Μώκιος, ο Άγιος Μηνάς, οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος, οι Άγιοι Απόστολοι, η Αγία Ειρήνη, η Αγία Σοφία, καθώς και το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Στουδίου.
Άγιος Ακάκιος: Αρχικά το πρώτο μαρτύριο του, ήταν ένα παλιό ιερό αφιερωμένο στον τοπικό μάρτυρα, Άγιο Ακάκιο, πιθανώς κτισμένο από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Το δεύτερο μαρτύριο του, όμως, κτίζεται από το Θεοδόσιο Β’ και στη συνέχεια ανακαινίζεται από τον Ιουστινιανό.
Άγιος Μώκιος: Κτίστηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο στη θέση του ειδωλολατρικού αρχικά ναού του Διός. ανακατασκευάστηκε από τους Αρειανούς επί Θεοδοσίου Α’ και ανακαινίστηκε ξανά από τον Ιουστινιανό.
Άγιος Μηνάς: Το μαρτύριο του είναι ένα από τα πιο γνωστά ιερά της Κωνσταντινούπολης και κτίστηκε από τον Κωνσταντίνο, στις αρχές του πέμπτου αιώνα.
Άγιοι Σέργιος και Βάκχος: Ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου χτίστηκε από τον Ιουστινιανό παραπλεύρως μιας προϋπάρχουσας εκκλησίας, αφιερωμένης από τον αυτοκράτορα στους Αγίους Πέτρο και Παύλο. Οι εκκλησίες αυτές συνδέονταν με ένα κοινό αίθριο και βρίσκονταν στο παλάτι της Χορμίσδας. Οι εργασίες για την ανέγερση του ναού ξεκίνησαν το 527 ή λίγο αργότερα και τέλειωσαν το 536. Αρχικά βεβαιώνεται ως μοναστήρι και παραμένει έτσι καθ’ όλη τη Βυζαντινή περίοδο. Τα κεφάλια των αγίων Σέργιου και Βάκχου καθώς και άλλα λείψανα φυλάσσονται εκεί.
Άγιοι Απόστολοι: Αρχικά, πίστευαν ότι το αφιερωμένο στους Αποστόλους συγκρότημα ήταν μια κοινή εκκλησία, αλλά αποδείχθηκε ότι ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ήταν ο ιδρυτής του ναού, σκόπευε να τοποθετήσει εκεί τον τάφο του, ώστε να μπορεί να τελείται στο χώρο αυτό η Θεία Λειτουργία. Το σχέδιο του Κωνσταντίνου τροποποιήθηκε από το γιο του, Κωνστάντιο Β’, ο οποίος έκτισε μια σταυρόσχημη εκκλησία, αφιερωμένη στη λατρεία τους και διαχώρισε το μαυσωλείο από τον κατεξοχήν ναό. Τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 9 Απριλίου 370.
Αγία Ειρήνη: Η Αγία Ειρήνη αρχικά χτίστηκε από τον Κωνστάντιο Β’ και μοιραζόταν την ίδια αυλή και τους ίδιους κληρικούς με την Αγία Σοφία. Καταστράφηκε, όμως, από την πυρκαγιά που ξέσπασε κατά τη στάση του Νίκα (όπως και η Αγία Σοφία) το 532. Γι’ αυτό και ο Ιουστινιανός ανέλαβε να την ξαναχτίσει αλλά κάηκε το 564 και έτσι τα χαμηλότερα μόνο σημεία της τοιχοποιίας ανήκουν σε εκείνη την ανοικοδόμηση. Τελικά, ο ναός καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό τον Οκτώβριο του 740 και ξαναχτίστηκε από τον Κωνσταντίνο Ε’ τον Κοπρώνυμο.


Το εσωτερικό του Ιερού Ναού της Αγίας Ειρήνης

Αγία Σοφία:Η πρώτη Αγία Σοφία κτίστηκε από τον Κωνστάντιο Β’ κοντά στον Ιππόδρομο και στο Ιερό Παλάτιον. εγκαινιάστηκε το 360. Κάηκε στις 20 Ιουνίου 404 και ξανακτίστηκε ως βασιλική πια από τον Αρκάδιο και τον Θεοδόσιο Β’. εγκαινιάστηκε εκ νέου στις 10 Οκτωβρίου 415. Η πυρκαγιά, όμως, που ξέσπασε κατά τη στάση του Νίκα, στις 15 Ιανουαρίου 532, οδήγησε τον Ιουστινιανό στην πλήρη αποκατάσταση του ναού. Οι εργασίες ανοικοδόμησης άρχισαν στις 23 Φεβρουαρίου του 532 και κράτησαν περίπου έξι χρόνια. Τα εγκαίνια έλαβαν χώρα στις 26 Δεκεμβρίου 537. Δεν πρέπει να παραληφθεί το γεγονός ότι για χίλια χρόνια τουλάχιστον, η Αγ. Σοφία αποτελούσε τον μεγαλύτερο ναό του κόσμου, μέχρι την ανέγερση του καθεδρικού ναού της Σεβίλλης. 
Ιωάννης του Στουδίου:Βασιλική η οποία κτίστηκε το 463 από τον πατρίκιο Στούδιο σε δικό του οικόπεδο, προς τιμήν του προστάτη του, Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. 

2η περίοδος(7ος -12ος αι)

  Μερικές από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια που κατασκευάστηκαν αυτήν την περίοδο ήταν: η νέα Εκκλησία, η οποία κτίστηκε από τον Βασίλειο Α’, η μονή Μυρελαίου (από τη βασιλεία Ρωμανού Λεκαπηνού), καθώς και το μοναστήρι του Παντοκράτορος, το οποίο ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Β’ και τη γυναίκα του Ειρήνη

3η περίοδος(13ος -15ος αι)

  Σε αυτήν την περίοδο εντάσσονται οι εξής εκκλησίες και μοναστήρια: η εκκλησία της Θεοτόκου ή Παρθένου, την οποία κατασκεύασε ο Μιχαήλ Γ’, η εκκλησία της Θεοτόκου Παμμακάριστου, καθώς και το μοναστήρι καλογραιών Βεβαίας Ελπίδος, βρισκόμενο στο Επτάσκαλον. 




Αναπαράσταση της πόλης. Στη μέση ξεχωρίζει το υδραγωγείο

Πληθυσμός

   Πολλές επιστημονικές έρευνες έχουν διεξαχθεί, προσπαθώντας να προσδιορίσουν τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας και συγκεκριμένα της Κωνσταντινούπολης σε δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά τα στοιχεία είναι αόριστα και ελλιπή και η εκτίμηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας παραμένει στο επίπεδο των υποθέσεων.
   Κατά τον τέταρτο με πέμπτο αιώνα, συντελείται ταχεία αύξηση του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, κυρίως εξαιτίας της φιλοτιμίας και των προσπαθειών του ιδρυτή, καθώς και των διαδόχων του, να προσελκύσουν με διάφορους τρόπους τους κατοίκους των διαφόρων επαρχιών του κράτους στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο μετά το 379, σύμφωνα με τον Αυσόνιο, η Κωνσταντινούπολη (ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων της) τοποθετούνταν μαζί με την Καρχηδόνα, πριν την Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια και μετά τη Ρώμη. Γύρω στο 400, η Κωνσταντινούπολη είχε περίπου 100.000 χριστιανούς και άρα πιθανόν περισσότερους από 200.000 κατοίκους συνολικά. Γενικότερα, οι αριθμοί ποικίλλουν από 200.000 ως 1.000.000.




    Με ένα γενικό πλάνο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι: Η πόλη του Σεβήρου με τα 200 περίπου εκτάριά της, αντιστοιχούσε σε πληθυσμό 20.000-30.000 κατοίκους το πολύ. Με την κατασκευή των τειχών του Κωνσταντίνου, που περικλείουν περίπου 700 εκτάρια, προβλέπεται μία πρωτεύουσα με 100.000 ως 150.000 κατοίκους (τον αριθμό αυτό έχει η πόλη γύρω στο 380, τον οποίο και ξεπερνά το 390-410). Η Κωνσταντινούπολη του Θεοδοσίου Β’ με περίπου 1.400 εκτάρια, προοριζόταν να δεχτεί πληθυσμό περίπου 400.000-500.000 κατοίκων. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι γύρω στο 430, ο πληθυσμός της Πόλης έχει ξεπεράσει αυτόν της Ρώμης. Στο δεύτερο μισό, βέβαια, του τέταρτου αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης μειώνεται (σε σχέση με αυτόν της Ρώμης) και υπολογίζεται μεταξύ 200.000-300.000 κατοίκων.Ίσως ο πληθυσμός να αυξήθηκε περίπου στις 500.000 στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, πριν να μειωθεί τουλάχιστον κατά ¼ ως αποτέλεσμα της πανώλης του 542. Έκτοτε, τα πράγματα πήγαν προς τα κάτω, με το χαμηλότερο σημείο που έφτασε ο πληθυσμός να είναι περίπου 40.000 στα μέσα του όγδοου αιώνα. Αργή αποκατάσταση είναι ευδιάκριτη γύρω στα 800 μέχρι τον δωδέκατο αιώνα. Όσον αφορά τον καθορισμό του πληθυσμού των Βενετών στην Κωνσταντινούπολη δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι ο αυτοκράτορας Μανουήλ Ι’ ο Κομνηνός προσκάλεσε τους Βενετούς να επανέλθουν το 1168 ή το 1170, από τους οποίους επέστρεψαν περίπου 20.000. Το 1205, υπό της άλωσής της από τους Γαλλοουενετούς, ο πληθυσμός της Πόλης μπορεί να κυμαινόταν και γύρω στους 1.000.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 60.000 ήταν ιππείς. Η Κωνσταντινούπολη των Κομνηνών ήταν η μεγαλύτερη της χριστιανοσύνης, αλλά δεν έχουμε μέσα εκτίμησης του πληθυσμού: το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο πληθυσμός κυμαινόταν κάτω από 400.000. Κατά την Παλαιολόγεια περίοδο, η δυσάρεστες συνθήκες διαβίωσης τον μείωσαν σε περίπου 50.000. Στο πρώτο μισό του δέκατου πέμπτου αιώνα, λίγο πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ο πληθυσμός της κυμαινόταν μεταξύ 40.000 και 50.000 κατοίκους.




Ο λαός της Κωνσταντινούπολης συγκεντρωμένος στον Ιππόδρομο

Συμπεράσματα

   Η ιστορία της Βασιλεύουσας ταυτίστηκε άμεσα με την τύχη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αποτέλεσε την έδρα άνθισης και εξάπλωσης του Βυζαντινού πολιτισμού. Η γεωγραφική και στρατηγική θέση της, την έθεσαν κατά τη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν, στο στόχαστρο όλων των εχθρών της Αυτοκρατορίας και κυρίως των Οθωμανών, που ήδη από τον ενδέκατο αιώνα στράφηκαν κατά του Βυζαντίου. τελικά, κατελήφθη στις 29 Μαΐου 1453 υπό τον Μωάμεθ Β’. Οι λαμπρές χριστιανικές εκκλησίες, που είχαν στεγάσει για περισσότερο από χίλια χρόνια τη χριστιανοσύνη βεβηλώθηκαν και μετατράπηκαν σε τζαμιά. Σήμερα, η Κωνσταντινούπολη αποτελεί τη μεγαλύτερη σε έκταση και πληθυσμό πόλη της Τουρκίας και το σημαντικότερο οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Δε θα πάψει, όμως, ποτέ να αποτελεί ένα ‘‘βυζαντινό μουσείο’’ με εικόνες που παραπέμπουν στο μακρότατο ελληνικό της παρελθόν. 



-

ΚΛΙΚΑΡΕΤΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ... ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ :-)